βρυάζω

βρῠ-άζω, [tense] fut.
A

βρυάσομαι Hsch.

, [tense] aor.

ἀν-εβρύαξα Ar.Eq.602

, other wise only [tense] pres.and [tense] impf.:—swell, teem,

καρποῖσι β. Orph.H.53.10

, cf. 33.7; ὁπόταν γε [Ζεὺς] βρυάζων οἶκον ἐσέλθῃ ib.73.4; of a lioness, to be pregnant, A.Fr.491; bubble up,

δέπας ἀφρῷ βρυάζον Tim.Fr.7

: metaph., wax wanton, A.Supp.878;

ἁ λίθος οἶδε βρυάζειν AP9.756

(Aemil.): c. dat., revel in, Epicur.Fr.181; χαίρειν καὶ β. prob. l. Id.Fr.600, cf. 605;

αἱ γυναῖκες ἐβρύαζον ταῖς Δωρίαις στολαῖς Duris 50

;

τοῦ ποτοῦ λαμπρῶς ἤδη -οντος Hld.5.16

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρυάζω — swell pres subj act 1st sg βρυάζω swell pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυάζω — (AM βρυάζω) βρίσκομαι σε αφθονία, πληθαίνω αρχ. 1. εγκυμονώ 2. ξεχειλίζω 3. αλαζονεύομαι 4. ευχαριστιέμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρεκτεταμένος τ. του βρύω*] …   Dictionary of Greek

  • βρυάζω — 1.βρίθω, είμαι κατάμεστος, γεμάτος από κάτι: Οι μύγες βρυάζουν γύρω στο ψοφίμι. 2. γεμίζω βρύα: Πέτρα που κυλάει, δε βρυάζει (παροιμ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βρυάζει — βρυάζω swell pres ind mp 2nd sg βρυάζω swell pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυάζον — βρυάζω swell pres part act masc voc sg βρυάζω swell pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυάσομαι — βρυάζω swell aor subj mid 1st sg (epic) βρυάζω swell fut ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβρύαζον — βρυάζω swell imperf ind act 3rd pl βρυάζω swell imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυαζούσης — βρυάζω swell pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυάζειν — βρυάζω swell pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυάζεις — βρυάζω swell pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυάζοντας — βρυάζω swell pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.